ἐφελκτικός

ἐφελκ-τικός, ή, όν,
A attractive, Eust.1765.9;

φάρμακον Hippiatr.20

;

τὸ ἤλεκτρον ἐ. τῶν ἀχύρων Phld.Sign.1

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφελκτικός — ἐφελκτικός, ή, όν (ΑΜ) 1. αυτός που τραβά, που έλκει («τὸ ἤλεκτρον ἐφελκτικὸν τῶν ἀχυρων», Φιλόδ.) 2. μτφ. ελκυστικός («τὸ ἐφελκτικὸν καὶ ἡδύ», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἑλκτικός (< ἕλκω)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφελκτικά — ἐφελκτικός attractive neut nom/voc/acc pl ἐφελκτικά̱ , ἐφελκτικός attractive fem nom/voc/acc dual ἐφελκτικά̱ , ἐφελκτικός attractive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκτικόν — ἐφελκτικός attractive masc acc sg ἐφελκτικός attractive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκτικῷ — ἐφελκτικός attractive masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.